καίτοι

καίτοι
σύνδ. хоти, несмотря на то, что...

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "καίτοι" в других словарях:

  • καίτοι — indeclform (particle) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καίτοι — (AM καίτοι ή καί τοι) (εναντ. σύνδ.) αν και, μολονότι («καίτοι τού τηλεφώνησα δεν ήλθε») αρχ. 1. και όμως, παρ όλα αυτά («καίτοι τί φημι;», Αισχύλ.) 2. και βέβαια, και αληθινά («καὶ σύ τοι παίδων πατὴρ πέφυκας», Ευρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < και (Ι) +… …   Dictionary of Greek

  • καίτοι — σύνδ. εναντιωματικός, αν και, μολονότι: Καίτοι το έμαθε, δεν το είπε σε κανένα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καίτοιγε — καίτοι indeclform (particle) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ελλάδα - Φιλοσοφία και Σκέψη — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ Η φιλοσοφία ως κατανοητικός λόγος Όταν κανείς δοκιμάζει να προσεγγίσει την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, πρωτίστως έρχεται αντιμέτωπος με το ερώτημα για τη γένεσή της. Πράγματι, η νέα ποιότητα των φιλοσοφικών θεωρήσεων της… …   Dictionary of Greek

  • це — однако, хотя , только др. русск. цѣ, ст. слав. цѣ καίτοι, καίτοιγε, εἴπερ (Супр.) Считают, с одной стороны, родственным греч. καί и (Бругман, KVGr. 620; Grdr. 2, 3, 1001; Бернекер I, 122; Буазак 390; Фик, GGA, 1894, 238; Траутман, ВSW 112); с… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • Ancient Greek — This article is about the language. For Ancient Greek culture in general, see Ancient Greece. For Ancient Greek population groups, see List of Ancient Greek tribes. Classical Greek redirects here. For the culture, see Classical Greece. Ancient… …   Wikipedia

  • Cursus publicus — The cursus publicus (Greek: δημόσιος δρόμος, public road/course ) was the state run courier and transportation service of the Roman Empire, later inherited by the Byzantine Empire. It was created by Emperor Augustus to transport messages,… …   Wikipedia

  • Protogriechisch — Übersicht: Griechische Sprache (siehe auch: Griechisches Alphabet) Protogriechisch (ca. 2000 v. Chr.) Mykenisch (ca. 1600–1100 v. Chr.) Altgriechisch (ca. 800–300 v. Chr.) Dialekte: Äolisch, Arkadisch Kyprisch, Attisch, Dorisch, Ionis …   Deutsch Wikipedia

  • AEGYPTUS — I. AEGYPTUS Ciceronis libertus, l. 16. ep. 15. Ad Tyronem. II. AEGYPTUS Rex Aethiopum, a S. Matthaeo, ut horum traditio haber, ad Christi fidem conversus. Marmol. l. 10. c. 13. III. AEGYPTUS a quo Aegypto regioni nomen secundum quosdam, Beli fil …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Ίωνες — Ένα από τα τέσσερα ελληνικά φύλα, το οποίο περιλάμβανε είτε τους Έλληνες της Αττικής και της Εύβοιας είτε τους αποίκους εκείνους οι οποίοι περίπου στα τέλη της 2ης χιλιετίας π.Χ. εγκαταστάθηκαν στις ακτές της Μικράς Ασίας μεταξύ των κοιλάδων του… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»